ἀλάμπετος

ἀλάμπετος
ἀλάμπ-ετος, ον, ([etym.] λάμπω)
A without light, darksome, h.Hom.32.5; of the nether world, S.OC1662 (v.l. ἀλύπητον), cf. Epigr.Gr.264.5 (dub.); ἀ. οὖδας Ἀΐδεω ib. 149 3 ([place name] Rhenea), cf. ib.241.5 Smyrna); σκότος (metaph. of Heraclitus AP9.540.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Look at other dictionaries:

  • αλάμπετος — ἀλάμπετος, ον (Α) [λάμπω] 1. ο δίχως φως, σκοτεινός 2. άσημος, άδοξος …   Dictionary of Greek

  • ἀλάμπετος — without light masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλάμπετον — ἀλάμπετος without light masc/fem acc sg ἀλάμπετος without light neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”